andravida.gr

Ένα ταξίδι στο παρελθόν και το παρόν της Ανδραβίδας

Το χρονικό της Ανδραβίδας - Μέρος Α'

Το πρώτο μέρος από "χρονικό της Ανδραβίδας" του Δημητρίου Παν. Οικονομοπούλου. Καλύπτεται η περίοδος της Φραγκοκρατίας. Μεταφορά από το πολυτονικό πρωτότυπο. Το δεύτερο μέρος έχει ενταχθεί στην περίοδο "Ο Αγώνας για την Απελευθέρωση".

 

  • Σταυροφορίες
  • Δ' Σταυροφορία (1203 - 1204 μ.χ.)
  • Γοδοφρείδος Α' Βιλλεαρδουίνος
  • Γουλιέλμος Σαμπλίττης (1150 -1209)
  • Ανακήρυξις του Γοδοφρείδου Α' Βιλλεαρδουίνου ως Πρίγκιπος του Μορέως
  • Γοδοφρείδος Β' Βιλλεαρδουίνος
  • Γουλιέλμος Α' Βιλλεαρδουίνος
  • Γλαρέντζα
  • Κάρολος και Λεονάρδος, Τόκκοι, Κωνσταντίνος Παλαιολογος
  • Μορέας
  • Ανδραβίδας ονομασία

 

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

Σταυροφορίες

Κατά τους μέσους χρόνους, μεταξύ των αρχών του 13ου αιώνα, έγιναν σταυροφορίες, δηλαδή εκστρατείες του Δυτικού κόσμου της Ευρώπης, κατά διαταγή της Παπικής Εκκλησίας εναντίον των Τούρκων και ειδικότερα για να ελευθερωσουν την Παλαιστίνη και τον Άγιον Τάφον από τους Τούρκους ή και εναντίον των Μουσουλμάνων της Αιγύπτου και της Βόρειας Αφρικής.

Ωνομάστησαν οι εκστρατεύσαντες κατά των Τούρκων «Σταυροφόροι», γιατί είχαν ράψει στα ενδύματά τους ένα κομμάτι κόκκινου πανιού με το σχήμα του Σταυρού είτε εις τον δεξιόν ώμο είτε επί της πλάτης μεταξύ των δύο ώμων.

Έγιναν οκτώ Σταυροφορίες. Η πρώτη το 1096-1108, η δευτέρα 1147-1149, η τρίτη 1188-1192, η τετάρτη 1203-1204, η πέμπτη 1219-1221, η έκτη 1128-1129, η εβδομη 1248-1249 και η ογδοη 1270.

 

Δ' Σταυροφορία (1203 - 1204 μ.χ.)

Παραλείπω την εξιστόρηση των άλλων Σταυροφοριών και θα ασχοληθώ με την Δ' Σταυροφορία, γιατί αύτη έχει σχέση με το ιστόρημά μου.

Έπειτα από υποκίνηση του Πάπα Ίννοκέντιου Γ' ισχυροί Γάλλοι βαρώνοι από κοινού με τους κόμιτας της Φλάνδρας του Βελγίου Βαλδουίνον και Μαρκήσιον Βονιφάτιον τον Μομφερρατικον απεφάσισαν να εκστρατεύσουν εις την Αίγυπτον.

Καθ' ον χρόνον αυτοί ευρίσκοντο εις την παραθαλάσσια πάλιν Ζάραν της Δαλματίας παρουσιάσθη εις αυτούς ο Αλέξιος, γιος του αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως Ίσαακίου Β' Αγγέλου, τον οποίον οι σφετεριστές του θρόνου του έξεθρονισαν και έτύφλωσαν και τους έπεισε να εκστρατεύσουν εις την Κωνσταντινούπολιν.

Οι Σταυροφόροι έπλευσαν εις την Κωνσταντινούπολιν το 1203 και επιχειρήσαντες έφοδον, κατέλαβαν την πόλιν και επανέφεραν στο θρόνο τον τυφλόν Ισαάκιον και το γιο του Άλέξιον.

Επειδή ο Αλέξιος Ο' αδυνατεί να καταβάλη στους σταυροφόρους οικονομική ενίσχυση και την υποταγή της Ορθόδοξου Εκκλησίας εις την Δυτικήν, που υπεσχέθη σ' αυτούς, επακολούθησαν ταραχές, ο Αλέξιος Ο' εφονεύθη και ο γέρων Ίσαάκιος άπεθανεν από τον φόβον και την λύπην του.

Στο θρόνο του Βυζαντίου ανήλθε ο Αλέξιος Ε' που επωνομάζετο Μούρτζουφλος από τα πυκνά και μεγάλα κρεμαστά φρύδια του, άλλα και αυτός αναγκάσθηκε, έπειτα από λίγο καιρό, να εγκατάλειψη την Κωνσταντινούπολη. Τέλος οι Σταυροφόροι εκ δευτέρου κατέλαβαν την πόλιν την 12 Απριλίου 1204. Μετά την κατάληψη αυτής προέβησαν σε αγρίαν λεηλασίαν εντός της πόλεως, σε σφαγές και σε καταστροφές μεγάλων έργων τέχνης.

Γοδοφρείδος Α' Βιλλεαρδουίνος

Κατήγετο από επιφανή οίκον Γάλλων ευπατριδών, καταγομένων εκ Καμπάνιας. Επήραν το όνομα Βιλλεαρδουίνος από φέουδο και κάστρο της γενέτειρας τους Villeharduin.

Αυτός επιστρέφοντας εις Γαλλίαν από την Παλαιστίνην, που είχε μεταβή ως Σταυροφόρος, κατελήφθη από τρικυμία και κατέφυγε το χειμώνα του 1204-1205 στη Μεθώνη. Μένοντας εκεί επήρε πρόσκληση από τον εγχώριο άρχοντα της Μεθώνης Ιωάννην Καντακουζηνόν, όπως από κοινού καταλάβουν την Πελοπόννησοn. Ο Βιλλεαρδουίνος δέχθηκε ευχαρίστως την πρόσκληση και έγινε κύριος της Δυτικής παραλίας της Μεσσηνίας, της Ήλιδος και των Πατρών.

Το επόμενον έτος απέθανε ο Ιωάννης Καντακουζηνός και ο γιος του εστασίασε κατά του Βιλλεαρδουίνου βοηθούμενος από τον άρχοντα του Άργους Λέοντα Σγουρόν, τον χωροδεσπότη της Λακεδαίμονος Λέοντα Χαμάρετον και τον Δεσπότην της Ηπείρου Μιχαήλ - Άγγελον Κομνηνόν. Κατά την γενομένην μάχην παρά την Καλαμάταν υπέστησαν αυτοί φοβεράν ήτταν από τους σταυροφόρους του Βιλλεαρδουίνου. Ο Βιλλεαρδουίνος βλέποντας ότι ο Βονιφάτιος ο Μομφερρατικος κατέλαβε την Πελοπόννησον το 1205, και δεν μπορούσε να αντισταθεί εις τούτον, αρχηγόν ισχυρότερου σώματος σταυροφόρων, ηναγκάσθη να αναγνώριση ως κύριον και των λοιπών πόλεων της Πελοποννήσου και των ιδικών του κτήσεων τον Γάλλον Γουλιέλμον Σαμπλίττην, φίλον και συναγωνιστήν του Βονιφατίου Μομφερρατικού.

Γουλιέλμος Σαμπλίττης (1150 -1209)

Αυτός ήτο Φράγκος ευγενής, έλαβε μέρος σε τέσσαρες σταυροφορίες και έγινε φίλος του Βονιφατίου του Μομφερρατικού, στον οποίον προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες και τον συνώδευσε το 1204, οταν έξεστρατευσε εις την Θεσσαλονίκην προς κατάκτησιν της κυρίως Ελλάδος.

Με τη συγκατάθεση του Βονιφατίου ο Σαμπλίττης συμπράττοντας με τον Γοδοφρείδον Βιλλεαρδουίνον επεχείρησε και έφερε εις πέρας κατά μέγα μέρος την κατάκτηση της Πελοποννήσου και έγινε ο πρώτος Λατίνος ηγεμόνας της.Οι σταυροφόροι κατέλυσαν την Βυζαντινήν αυτοκρατορίαν και ίδρυσαν την Λατινικήν με αυτοκράτορα τον Βαλδουίνον, κόμιτα της Φλάνδρας και Πατριάρχην τον Ένετον Θωμάν Μοροζίνην, στεφθέντα εις την Ρώμην. Η κατάκτηση της Πελοποννήσου απο τον Γουλιέλμον Σαμπλίττην και Γοδοφρείδον Βιλλεαρδουίνον άρχισε από την Πάτρα. Την 1ην Μαΐου 1205 αποβιβάστηκαν εις την Αχαίαν.

«Εις τον Μορέαν έφθασαν την πρώτην του Μαΐου

εκείσε αποσκάλωσαν, την Αχαΐαν τη λέγουν

πουν' εδώθε της Πατρού καν δέκα πέντε μίλια

ευθύς καστέλλι έστησαν όλο με το πλιθάρι

Αφού λοιπόν απέζευσαν εκεί εις την Αχαίαν

εξήβαλαν τα άλογα άπ' έσω από τα καράβια

και δύο ημέρες έμειναν να τα έχουν αναπαύσει».

Χρονικόν Μορέως

 

 

Αφού εκυρίευσαν κατόπιν εφόδου τας Πάτρας, οι δύο αρχηγοί των σταυροφόρων με εκατόν είκοσι ιππότες και πολλούς ακολούθους επέστρεψαν εις την Αχαΐαν.

«Αφού την Πάτραν πήρασι, τας φύλαξες εβάλαν

το κάστρο εσιτάρχησαν, είθ' ούτως και την χώραν».

Χρονικόν Μορέως

Από τας Πάτρας οι σταυροφόροι επέστρεψαν εις την Αχαΐαν και εκεί έμαθαν από τους εντόπιους πως η χώρα η λαμπρότερη στον κάμπο του Μορέως ήτο η Ανδραβίδα και οι σταυροφόροι εξεστράτευσαν για να την κατακτήσουν.

 

«Κι' άπ' αυτού εστράφησαν εκεί εις την Αχαΐαν

βουλήν επήραν ενομού τους τοπικούς Ρωμαίους

όπου τους τόπους ήξευραν, του καθενός την πράξιν.

Λέγουν και συμβουλεύοντους, πως έν' η Ανδραβίδα

η χώρα η λαμπρότερη εις τον κάμπον του Μορέως.

Ως χώρα γαρ απολυτή κοίτεται εις τον κάμπον

ούτε πύργος ούτε τειχια είναι ποσώς εις αύτην».

Χρονικό Μορέως

Οι σταυροφόροι μόλις επλησίασαν εις την Ανδραβίδαν, οι άρχοντες και ο λαός της, γιατί τότε ήτο η πρωτεύουσα της Ηλείας και ήτο εντελώς ατείχιστος, εξήλθον εκτός της πόλεως με τους ιερείς τους, που έφεραν τον Σταυρον και τας άγιας εικόνας, και προσκύνησαν τον Γουλιέλμον Σαμπλίττην, υπό τον όρον να διαφυλάξη τα δικαιώματά τους. Αυτός υπεσχέθη τα όσα εζήτησαν οι άρχοντες της πόλεως και εν μέρει τα εξετέλεσε.

«Ευθύς ωρμήσασι εκεί εις αυτην υπαγαίνουν εξάπλωσαν τα φλάμπουρα του καθενος εκάστου. Κι' άφού επλησίασαν, εκεί εις την Ανδραβίδαν οι Ανδραβιδαίοι έμαθαν, πως έρχονται οι Φράγκοι εςέβησαν με τους σταυρούς, ομοίους με τας εικόνας οι άρχοντες και το κοινόν της χώρας Ανδραβίδας. Κι' ήλθαν και επροσκύνησαν αυτόν τον Καμπανέσην Κι' εκείνος ο παμφρονιμος καλά τους ύπεδέχθη. Ώμοσε, υποσχέθηκε να μη τους άδικήση ο&τε ζημίαν να έχωσι από τα γονικά τους τιμές, δωρεές να έχουσι ευεργεσίας μεγάλας όλοι γαρ άμοσασι δούλοι του ν' αποθάνουν. Αφού εγκατέστησε την χώραν Ανδραβίδας βουλήν επήρε μετ' αυτους το που να φουσατεύση Και η βουλή έδοθηκε στην Κορινθον να ύπάση εττεί ένι κάστρον φοβερον το κάλλιον του Μορέως))

Χρονικον Μορέως

Αφού εταχτοποίησαν οι δύο ιππότες τα πράγματα της Ανδραβίδας εξεστράτευσαν και υπέταξαν όλην σχεδόν την Πελοπόννησον.Και ο μεν Γουλιέλμος Σαμπλίττης εκράτησεν ως ίδιον κτήμα του την Ηλείαν και ανεγνωρίσθη πρίγκηψ του Μορέως με έδραν την Ανδραβίδαν. Ο δε Γοδοφρείδος Βιλλεαρδουίνος εκράτησε την Μεσσηνίαν και μέρος της Λακωνικής. Τας δε εις τον λοιπόν Μορέαν δέκα και έπειτα δώδεκα βαρωνείες (των Πατρών, Χαλανδρίτσας, Βαστίτσης, Αιγίου, Καλαβρύτων, Άκοβας, Καρύταινας, Νικλίου, πόλιν παρά την Τεγέαν, Βελιγοστήν της Αρκαδίας κλπ.), έλαβον κατόπιν αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως, που συνεκροτήθη εις την Ανδραβίδαν, διάφοροι βαρώνοι έχοντας μαζί τους και Ιππότες, στους οποίους εδόθηκαν ενενήντα τέσσερα ιπποτικά φέουδα. Οι πρίγκηπες και οι βαρώνοι έκτιζαν στις κορυφές των βουνών τα φράγκικα κάστρα για την ασφάλειά τους. Εδήμευσαν τα εκκλησιαστικά κτήματα των Ελλήνων και τα έδωσαν στους επτά Λατίνους επισκόπους. Ένας από τους επτά επισκόπους ήτο και ο της Ωλένης η Ανδραβίδας και είχε την έδραν του εις την Ανδραβίδαν.

Οσάκις οι Φράγκοι επροκειτο να συζητηςουν γενι­κά ζητήματα συνήρχοντο εις τον Μητροπολιτικον ναον της Άγιας Σοφίας της Ανδραβίδας η εις τον παπικον ναον του Άγιου Φραγκίσκου της Γλαρέντζας. Το Συμ-βούλιον έλέγετο κούρτη και αποτελείτο από βαρώνους, αρχιερείς και υποτελείς, φεουδάρχας του πριγκιπάτου. Εις το συμβούλιον μετείχε και ο επίσκοπος Λατίνος της Ωλένης.

Ο Μητροπολιτικός ναός της Ανδραβίδας «Η Αγία Σοφία» ήτο ο μεγαλοπρεπέστερος και μέγιστος όλων των εν Ελλάδι φράγκικων ναών. Είχε μήκος 45,50 μέτρα και πλάτος 18,85 μέτρα. Το ιερόν, που σώζεται μέχρι σήμερα έχει τρία διαμερίσματα. Το μεσαίον είναι υψηλότερον από τα δύο άλλα και μεγαλοπρεπέστερον και προς ανατολάς εξέχει των άλλων. Εις πολλά μέρη του ναού υπάρχουν λίθοι σκληρότεροι και όχι εγχώριοι και προ πάντων ο μέγας λίθος, που ετέθη προσωρινως για να αποτελέση την Αγίαν Τράπεζαν. Κάτωθεν του χώματος του Ίερού ευρέθηκε ένα κυτίον, σαν εκείνα που φέρουν τα άγια λείψανα, αλλά χωρίς λείψανα και πλησίον του ένα μικρό εικόνισμα, που διατηρούνται άριστα βυζαντινά καθαρως αγιογραφήματα με ελληνικές λέξεις προς τα επάνω. Είναι δε οι Άγιοι Ανάργυροι, ο Άγιος Βασίλειος, ο Άγιος Προκόπιος, ο Άγιος Παντελεήμων και η Αγία Παρασκευή, κάτωθεν δε της κενής πλακός των οστών οι Άγιοι Γεώργιος και Δημήτριος. Τα δύο μικρότερα διαμερίσματα έχουν ανά εν παράθυρο στενό, επίμηκες και θολωτό. Και προς την ανατολική πλευρά έχουν παράθυρα άλλα είναι κτισμένα με λίθους. Ο εξωτερικός τοίχος είναι ακανόνιστος. Το από Β προς Ν πάχος του μεν βορείου και νοτίου διαμερίσματος είναι περίπου 5,40 μέτρα, του δε μέσου 7,10 μ. Οι λίθοι του ναού αλλού είναι μεγάλοι, αλλού μικροί και άλλου όπως έτυχε. Σε πολλές μεριές ο τοίχος είναι με πλίνθους με άκομψον τέχνην. Το ιερόν έχει χιαστάς αψίδας και γύρω του τοίχου ένα μέτρον επάνω από το έδαφος, ζώνην από πώρινον λίθον και οξυκόρυφον άνοιγμα προς τα μέσα. Τα διαμερίσματα έχουν αψίδες χιαστές μικρότερες του κυρίως ιερού, το δε έδαφος του Ιερού είναι στρωμένο με λίθινες πλάκες.

Προς ανατολάς του ιερού του ναού της Αγίας Σοφίας ευρίσκεται ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου. Εις το προαύλιον τούτου ευρίσκονται κίονες (κολώνες) της εποχής εκείνης από λίθον γρανίτην αιγυπτιακόν μονοκόμματοι. Επίσης άλλοι κίονες εκ του αυτού λίθου μεγαλύτεροι, που υποβαστάζουν τον πρόναον του εις Λεχαινά ιερού ναού του Αγίου Δημητρίου. Κατά τον Γάλλον περιηγητήν Buchon οι κίονες μετεφέρθησαν υπό των σταυροφόρων εκ της Ιερουσαλήμ εις την Ανδραβίδαν.

Εις τον ιερόν ναόν του Άγιου Κωνσταντίνου και επάνω εις τον τοίχον του είναι εντοιχισμένα και μαρμάρινα τεμάχια με σχετικές γλυφές και κεφαλή από τιτανόλιθο, παρμένα από τα κοσμήματα του ναού της Αγίας Σοφίας.

 

Αναχώρησις του Γουλιέλμου Σαμπλίττη εις Γαλλίαν

Ανακήρυξις του Γοδοφρείδου Α' Βιλλεαρδουίνου ως Πρίγκιπος του Μορέως

Το έτος 1209 ο Γουλιέλμος Σαμπλίττης ανεχώρησε στη Γαλλία, για να λάβη το θρόνο του ηγεμόνος της Καμπανίας, αποθανόντος του πρεσβυτέρου αδελφού του. Προ της αναχωρήσεως του συνεφώνησε με τον Γοδοφρείδον Βιλλεαρδουίνον, ότι θα απέστελλε ως διάδοχόν του τον ανεψιόν του Ροβέρτον και μόνον, αν περάσουν εκατόν και μία ήμερες και δεν παρουσιασθή αυτός εις τον Μορέαν, η ηγεμονία θα περιήρχετο εις τον Γοδοφρείδον.

Μετά τίνα χρόνον και προτού να περάσουν οι εκατόν και μία ημέρες απεβιβάσθη στην Γλαρέντζαν ο Ροβέρτος. Κατά διαταγήν όμως του Γοδοφρείδου Βιλλεαρδουίνου απεκρύβησαν όλα τα άλογα της Γλαρέντζας, δια να μη μπορέση αυτός πεζή να φθάση εγκαίρως εις την Ανδραβίδαν. Ο Γοδοφρείδος μόλις έμαθε πως πλησιάζει ο Ροβέρτος στην Ανδραβίδα, φεύγει έφιππος στην Καλαμάτα. Ο Ροβέρτος μεταβαίνει στην Καλαμάτα, αλλά ο Γοδοφρείδος ανεχώρησε στην Βελιγοστή και εκείθεν στο Νίκλι, βαρωνείες του Μορέως. Μάταια ο Ροβέρτος προσπαθεί να συνάντηση τον Γοδοφρείδον, πριν περάσουν οι εκατόν και μία ημέρες.

Όταν πέρασαν οι προσδιωρισμένες ημέρες παρουσιάσθη στην Ανδραβίδα ο Γοδοφρείδος και συνεκάλεσε εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας την κούρτην, δηλαδή το Συμβούλιον των βαρώνων και των τιμαριούχων του πριγκιπάτου. Τούτο εκήρυξεν έκπτωτον τον Ροβέρτον ως εκπροθεσμον και ανεγνώρισεν ως οριστικον πρίγκιπα του Μορέως τον Γοδοφρείδον Α' Βιλλεαρδουίνον.

Ο Γοδοφρείδος ως οριστικός πρίγκιψ του Μορέως συνεπλήρωσε μέχρι του έτους 1212 την κατάκτησι της Ανατολικής Πελοποννήσου, πλην της Μονεμβασίας. Εκόσμησε την Ανδραβίδαν, εκτός του ιερού ναού της Άγιας Σοφίας, που εχρησίμευε και ως τόπος συνελεύσεως των βαρώνων, των ιπποτών, των επισκόπων και των άλλων υποτελών του πριγκιπάτου της Πελοποννήσου και με δύο άλλους ναούς του Αγίου Ιακώβου αφιερωμένου εις τους Ναΐτας, δηλαδή εις τους ιππότας του Ιεροπολεμικού τάγματος των Σταυροφόρων, και του Αγίου Στεφάνου που εκείτο στο κτήμα του Καραθανάση, κοντά στη σιδηροδρομική γραμμή, όπου υψώνετο μία πλάκα μικρά με γοτθικό σταυρό, και έδειχνε την ανατολική Όψη του ναού. Καθως αναφέρει ο Γάλλος πε­ριηγητης ΒικΛοη το 1840 έσώζετο ένα τμήμα τοίχου και η βάσις τών τοίχων του περιβολου μήκους 80 ποδών.

Προς Β της πόλεως υπήρχεν ο ιερός ναός της Θεοτόκου, όπως μνημονεύεται από τον Buchon και ήτο πιθανως ορθόδοξος. Τα στρατιωτικά σώματα των Φράγκων, κατά τον Buchon, εστρατωνίζοντο εκτός της πόλεως και γύρω από τους ναούς, που οι Φράγκοι τους είχαν οχυρώσει.

Ο Γοδοφρείδος απέθανε κατά το τέλος του 1218 και ετάφη εις τον Μητροπολίτικον ναον της Ανδραβίδας του Αγίου Ιακώβου.

Ήτο συνετός και δίκαιος. Στο .πρόσωπόν του οι βαρώνοι και οι άλλοι υποτελείς του ευρήκαν τον γενναίον, τον ιπποτικώτατον άνδρα, τον κατ' εξοχήν ελεύθερον και φυσικόν ηγεμόνα των. Οι Έλληνες απέκτησαν τον ισχυρόν και ένθερμον προστάτην των.

Δια την πατρική διοίκησή του ο θάνατος του εθρηνήθη πικρά και ειλικρινά από όλους τους υπηκόους του. Το γενικόν πένθος διερμηνεύουν χαρακτηριστικώτατα οι τρεις στίχοι του Χρονικού του Μορέως.

«Θρήνος εγίνετο πολύς εις ολον τον Μορέαν

διότι τον είχαν ακριβόν, πολλά τον αγαπούσαν

δια την καλήν του αυθεντίαν, την φρόνησιν οπούχε».

 

Γοδοφρείδος Β' Βιλλεαρδουίνος

Πρωτότοκος υιός του Γοδοφρείδου Α.' διεδέχθη τον πατέρα του ως πρίγκιψ της Αχαΐας και αυθέντης του Μορέως και ανεγνωρίσθη επισήμως ως τοιούτος και από τον Λατίνον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως. Πέτρον Κουρτεναίϋ, του οποίου την ανεψιάν είχε νυμφευθή προ του θανάτου του πατέρα του.

Ο Γοδοφρείδος Β' εκάλεσε τους κληρικούς βαρώνους της Πελοποννήσου να τον βοηθήσουν να υποτάξη και τα λοιπά μέρη της χώρας της Πελοποννήσου (Μονεμβασίαν κλπ.). Επειδή όμως δεν εισακούσθηκε, εδήμευσε τα πλείστα των εκκλησιαστικών κτημάτων του λατινικού κλήρου και έκτισε με τα χρήματα των στην κορυφή του ακρωτηρίου Χελωνάτα το περίφημο φράγκικο φρούριο Χλουμούτσι, που ωνομάζετο από τους Φράγκους Mata-Griqfon (μάτι που επιβλέπει τους Γραικούς Έλληνας) και Grairmont και Castel-Tornese. Ωνομάσθηκε Castel-Tornese, γιατί ιδρύθηκε σ' αυτό νομισματοκοπείο, όπου εκόπτοντο από τους Φράγκους τα τορνέσια νομίσματα, που πήραν το όνομα αυτό από την πόλιν της Γαλλίας Tours, όπου εκόπτοντο τέτοια νομίσματα. Αυτά έφεραν στη μία όψη τον ναόν του Αγίου Μάρκου της Ενετίας. Τα νομίσματα ήσαν αργυρά και χάλκινα και εχρησίμευαν για την ευχερέστερη συναλλαγή των Φράγκων της Πελοποννήσου και των Φράγκων της Ευρώπης.

Εις την Δυτικήν παραλίαν της Πελοποννήσου και προ παντός εις την Ηλείαν υπήρχαν απέραντες εκτάσεις μορεοφυτειών και εργοστάσια μετάξης. Οι άρχοντες της Δύσεως αγόραζαν από εκεί τα μεταξωτά υφάσματά τους.

Επί τρία χρόνια έκτιζε το φρούριο τούτο ο Βιλλεαρδουίνος υπό τας κατάρας και τους αφορισμούς των λατίνων επισκοπων και του κλήρου των Φράγκων δια την δήμευσιν των εκκλησιαστικών κτημάτων τους. Μόλις ετελείωσε η οικοδομή του Χλουμούτσι, ο Βιλλεαρδουίνος εκανόνισε τας σχέσεις του με τον καθολικόν κλήρον, δηλαδή απέδωσεν εις αυτόν τα κτήματα του, άλλα δια τα κινητά των εκκλησιών που αφαίρεσε, εχορηγούσε και αυτός και οι υποτελείς του βαρώνοι εις τον κλήρον το 1/10 των εισοδημάτων του πριγκιπάτου.

«Άλλ' ώριζε και άρχισαν να κτίζουν το Χλουμούτσι Κι' επίσκοποι άφοοριζαν τον πρίγκιπα αεννάως Τρεις χρονους τους εκράτησε ο πρίγκιπας τους τοπους του πριγκιπάτου σε λαλώ Ολων τών εκκλησιών έως Οτου και άποκτισε το Κάστρο το Χλουμούτσι κι' εκείνον τον άφο)ριζαν και πάντας πριγκιπάτου».

Χρονικον του Μορέως

 

Ο Βιλλεαρδουίνος απέστειλε στον Πάπα της Ρώμης φρεμινάριους δηλαδή επισήμους κληρικούς και δύο ιππείς να τον ειδοποιήσουν ότι ευρίσκεται εις πόλεμον με τους Έλληνας, και αν αυτοί έπαιρναν τον Μορέαν, θα έπαιρναν και τα εκκλησιαστικά κτήματα των Φράγκων και ότι μόνον το κάστρο θα τους έσωζε.

«ουδέ άφίνασι ποσως τίς Εκκλησίες τών Φράγκων οράτε κάστρον έπηκα εις σωτηρίαν του τοπου πολλάκις αν έχάναμε τον τοπον του Μορέως. Άπαί το κάστρον Χλουμουτζιού, τον θέλομ ν έπάρει εν τουτω σας παρακαλώ ως εκκλησίας πατέρας ας έχω το συμπάθειον, ωσάν και εκ του Πάπα και άπαί του νυν και έμπροσθεν ας έχωμεν ομ,ονοιαν))

Χρονικον Μορέως

Ο Πάπας κατοπιν τουτων συνεχώρησε τον ηγεμο­να για τη δήμευση τών εκκλησιαστικο)ν κτημάτων του λατινικού κλήρου. «Και ούτως ως έμαθε ο άγιώτατος Πάπας συμπάθειαν έστειλε ευθύς του πρίγκιπα Τζεφροε. Άφου είδε ο πρίγκιπας του Πάπα το συμπάθειο μεγάλως ευχαρίστησε τον Κύριον της δοξης»

Χρονικόν Μορέως

 

Ο Γοδοφρείδος Βιλλεαρδουίνος απέθανε το 1245 μετά ηγεμονίαν τριάκοντα σχεδόν ετών υπήρξε δίκαιος, αμερόληπτος και αφήκε μνήμην αγαθήν εις όλους ανεξαιρέτως τους υπηκόους του.

 

Γουλιέλμος Α' Βιλλεαρδουίνος

Αυτός διεδέχθη τον άτεκνον αδελφόν του Γοδοφρείδον Β' Βιλλεαρδουίνον. Το έτος 1259 ενυμφεύθη την θυγατέρα του δεσπότου (ηγεμόνα) της Ηπείρου Μιχαήλ Β' Άνναν Αγγελίναν.

Αυτός καθυπέταξε την έως τότε αδούλωτη Μονεμβασία έπειτα από τριετή πολιορκία, αφού οι Μονεμβασιώτες

«έφάγασι τους ποντικούς δμοίως και γατία

το τι να φαν ούκ εϊχασι μονον ο είς τον άλλον».

Μετά ταύτα καθυπέταξε και την Τσακωνία. Προέβηκε στην ανοικοδόμηση των τριών περίφημων κάστρων του Μυστρά πλησίον της Σπάρτης, της Μαΐνης πλησίον του Ταινάρου και του Λεύκτρου δυτικώτερα του ακρωτηρίου τούτου.

Η αρχή του πρίγκιπα Γουλιέλμου Α' Βιλλεαρδουίνου υπήρξε η μακρότερη των άλλων ηγεμόνων του Μορέως άλλα και η ταραχωδέστερη. Το φιλοπόλεμον του χαρακτήρα του επαύξησεν αρχικώς το πριγκιπάτο και συνετέλεσε στον κολοφώνα της φράγκικης κυριαρχίας στην Ελλάδα. Αλλά η πολυπραγμοσύνη του απέβηκε ολέθρια και γι' αυτόν τον ίδιον και για τη φράγκικη κυριαρχία που ανύψωσε. Περιεπλάκη εις εμφυλίους πολέμους κατατροπώσας τον αντίπαλον αυτού μέγαν κύρην των Αθηνών Γουίδον. Αλλά όταν ο υπερήφανος αυτός πρίγκιψ του Μορέως ήλθεν εις πόλεμον με τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ Παλαιολόγον, ενικήθη οικτρά κατά την εις την Πελαγονίαν της δυτικής Μακεδονίας μάχην και συνελήφθη αιχμάλωτος. Η απελευθέρωση του επραγματοποιήθηκε με μέγιστες θυσίες. Υποσχέθηκε στον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως την παραχώρηση της Μονεμβασίας, που απόκτησε έπειτα από μακροχρόνιους και πολύμοχθους αγώνες και τα κάστρα του Μυστρά και της Μαΐνης, που αυτός ανοικοδόμησε.

Απέθανε το έτος 1278 και ετάφη κατά παραγγελίαν του εις τον εν Ανδραβίδα καθεδρικόν ναόν του Άγιου Ιακώβου.

«'Ώρισε, έπαρήγγειλε, αφοτου αποθάνει . Μή προσπέραση ο καιρος εκείνος και ο χρονος τα οστέρια του μοναχά να θέσουν σε σεντουκι Στον Άγιον Ίάκωβον έκεϊ εις την Άνδραβίδαν Στην εκκλησία, όπου έ'πηκε και έδωκε στδ Τέμπλο το κηβούρι, οπου επηκε, όπου ήτο ο πατήρ του εις την δεξιάν του την μεριάν ενει ο αδελφος του Κι' αύτδν να θέσωσι ζερβά και ο πατήρ του είσω. "Ωρθωσε, έπρονοίασε τεσσάρας καπελάνους να στέκουν αδιάλειπτα έκείσε, να μή λείπουννά ψάλλουν και να λειτουργούν ως διά τίς ψυχές τους εις έντολήν και άφορισμον ώρισεν, έγραψαν το ποτέ να μη έχουν σκάνδαλον απο άνθρωπον του

κοσμου».

Χρονικον του Μορέως

 

Τον ναόν του Αγίου Ιακώβου και την Μονήν του ανέθεσε στους Ναΐτας, από τους οποίους τέσσερες ιερωμένοι ωρίσθησαν, όπως με τα σχετικά εισοδήματα τελούν ακατάπαυστα λειτουργίες υπέρ των ψυχών των τριών ηγεμόνων του Μορέως.

Ο Γουλιέλμος Α' ηγεμόνευσε επί τριάντα και δύο έτη και υπήρξεν ο τελευταίος άρρην απόγονος του ηγεμονικού οίκου των Βιλλεαρδουίνων. Εδείχθη ευμενής προς τους Έλληνας και εγνώριζε την Ελληνικήν γλώσσα, γιατί είχε γεννηθή στην Καλαμάτα και γι' αυτό επωνομάζετο Γουλιέλμος Α' Βιλλεαρδουίνος Καλαμάτας.

Εσεβάσθηκε την θρησκεία όλων των υπηκόων του. Έκαμε δωρεές πλουσιώτατες στις Λατινικές και Ελληνικές εκκλησίες. Επίσης εσεβάσθηκε τα Ελληνικά προνομία, όπως ο πατέρας του και ο αδελφός του. Στην ηγεμονικήν αυλή των Βιλλεαρδουίνων ωμιλείτο η Γαλλική γλώσσα, όπως ωμιλείτο και στο Παρίσι.

Ο καλός και ηρωικός ηγεμόνας άφηκε δύο θυγατέρας από την Άνναν - Αγγελίναν, θυγατέρα του δεσπότου της Ηπείρου Μιχαήλ Β' Αγγέλου Κομνηνού, τας Ισαβέλλαν και Μαργαρίταν.

Η Ισαβέλλα υπανδρεύθη εις πρώτον γάμον τον Φίλιππον Ανδεγαυικόν της Σικελίας και μετά τον θάνατον τούτου και του πατέρα της το 1279 εκυβέρνα μέχρι του 1289 το πριγκιπάτον ως «Κυρά του Μορέως» και ως η μόνη πριγκίπισσα. Το 1289 υπανδρεύθη τον Φλωρέντιον Εννεγαυϊκόν, συγγενή του βασιλικού οίκου της Νεαπόλεως. Μετά τον θάνατον και τούτου η Ισαβέλλα εκυβέρνησε και πάλιν επί τέσσερα ετη 1297-1301, οταν υπανδρεύθη εις τρίτον γάμον τον Φίλιππον Σαυαδικόν, που ανέλαβε αμέσως τον τίτλον του Μορέως (1301-1306). Το έτος 1307 η Ισαβέλλα και ο σύζυγος της καθηρέθησαν της ηγεμονίας υπό του επικυριάρχου της Αχαΐας Φιλίππου του Ταραντίνου.

Η Ισαβέλλα μετά την έκπτωσίν της εκ του θρόνου μετέβη εις την πατρίδα του συζύγου της Φιλίππου του Σαυαδικού, όπου απέθανε μετά τέσσερα έτη το 1311.

Η δευτερότοκος θυγατέρα του Γουλιέλμου Βιλλεαρδουίνου Μαργαρίτα «Κυρά της Άκοβα», έπειτα κόμισσα της Κεφαλληνίας έζη τον περισσότερον καιρόν εις τας Θήβας. Αύτη την κόρη της Ματθίλδην (1293-1322) εμνήστευσε εις ηλικίαν πέντε ετών με τον Γουίδωνα τον δούκα των Αθηνών, τον οποίον και ενυμφεύθη αργότερα. Μετά τον θάνατον τούτου το 1304 ενυμφεύθη τον Φερδινάνδον τον Αρραγωνικόν (Ισπανόν) βασιλόπαιδα και του έδωκε προίκα την βαρωνίαν της Άκοβας και τας αξιώσεις επί όλου του πριγκιπάτου του Μορέως ως διάδοχος των Βιλλεαρδουίνων. Ταύτα δε επεκύρωσε και ο εξ Αραγωνίας βασιλεύς της Σικελίας. Μετά τον θάνατον αυτού ενυμφεύθη το 1313 τον Φίλιππον τον Βουργουνδικόν, που ετιτλοφορείτο και βασιλεύς της Θεσσαλονίκης.

Χηρεύσασα το 1316 απήχθη κατά τον Μάιον του 1317 από την Γλαρέντζαν, όπου ευρίσκετο εις την Νεάπολιν κατ' εντολήν του βασιλέως αυτής Γοβέρτου προορίζοντος αυτήν ως σύζυγον δια τον αδελφόν του κόμιτα της Απουλίας Ιωάννην Γραυίναν (1317-1332).

Τούτον η Ματθίλδη ηρνήθη να δεχθή ως πραγματικόν σύζυγον, εις τον οποίον εξαναγκάσθηκε προ του γάμου της ακόμη να του παραχώρηση όλα τα επί του πριγκιπάτου του Μορέως δικαιώματα των Βιλλεαρδουίνων. Ο Ιωάννης Γραυίνας εσφετερίσθη τον τίτλον του πρίγκιπος του Μορέως και η Ματθίλδη μετέβη εις την Ιταλίαν, δια να ζήτηση βοήθειαν κατά του σφετεριστού των δικαιωμάτων της Ιωάννου Γραυίνα, άλλα ματαίως.

Εκεί ευρισκομένη έπεσε εις τας χείρας του Ροβέρτου της Νεαπόλεως, αδελφού του σφετεριστού του θρόνου της. Αυτός την κατηγόρησεν ότι προετοίμαζε συνωμοσίαν κατ' αυτού.Συνεπεία της κατηγορίας αυτής εφυλακίσθη και εκηρύχθη έκπτωτος των δικαιωμάτων της επί του θρόνου του Μορέως. Μετά παρέλευσιν εννέα ετών φυλακίσεως εις το εν Νεαπόλει «Κάστρον του Ωού» απέθανε. Η Ισαβέλλα «Κυρά της Άκοβας» θυγάτηρ της Ματθίλδης, η οποία είχε νυμφευθή εις ηλικίαν δέκα τεσσάρων ετών τον ιφάντην της Μαγιόρκας Φερδινάνδον, νεώτερον υιόν του βασιλέως της Αραγώνος Ιάκωβο Α' απέθανε μολις δέκα εξ ετών από την λύπην της δια τον θάνατον της μητρός της. Τοιουτοτρόπως εξέλιπε και ο τελευταίος απόγονος τών Βιλλεαρδουίνων.

Ο Ιωάννης Γραυίνας εκυβέρνησε το πριγκιπάτον κατά τα έτη 1317-1332. Μετά τούτον κατά σειράν πρίγκιπες του Μορέως υπήρξαν οι Αικατερίνη Valois (1333), Ροβέρτος ο Τάραντος (1333-1346), Μαρία Βουρβωνική (1346-1364), Φίλιππος Β' ο Τάραντος (1364-1370), Ιωάννης Α' Νεαπόλεως (1370-1374), Όθων Βρουνσβιγικός, μακρινός απόγονος της βασιλίσσης Φρειδερίκης (1374-1376), Ιππόται Ιωαννίται (1377-1381), Ιάκωβος de Baux (1381), Μαϊώτος Κοκερέλ βικάριος ήτοι τοποτηρητής (1381-1383), βάρδος Αγίου Σουπερανού ως βικάριος (1383-1386), ο αυτός ως ηγεμών (1386-1396), Μαρία Ζαχαρία (1396-1402), Κεντυρίων Ζαχαρίας (1404-1432).

Οι πλείστοι των ηγεμόνων τούτων δεν παρέμενον στην Ελλάδα, άλλα διηύθυνον το πριγκιπάτον με τους αντιπροσώπους των.Δια την διαδοχήν και κυριαρχίαν του πριγκιπάτου εγίνοντο πολλές διαμάχες και συγκρούσεις μεταξύ των ξένων. Κατά την παρακμήν του πριγκιπάτου ο Κάρολος Α' Τόκκος Φλωρεντινής οικογενείας με την βοήθειαν του αδελφού του Λεονάρδου κατέλαβε επί τι χρονικόν διάστημα την Γλαρέντζαν, την οποίαν επανέκτησαν οι Γενοβέζοι Ζαχαρίαι με την βοήθειαν των Αλβανών της Πελοποννήσου.

 

Γλαρέντζα

Η Γλαρέντζα, η Κιαρέντσα η Γλανέντσα η Κλαρεντία είναι μεσαιωνική πόλις εις το λιμάνι του Αγίου Ζαχαρίου, όπως το έλεγαν οι Φράγκοι και κοντά στην αρχαία πόλιν Κυλλήνων. Την έκτισεν ο Γοδοφρείδος Α' Βιλλεαρδουίνος μεταξύ των ετών 1210-1218. Στο έτος 1210 και πέντε έτη αργότερα η Γλαρέντζα είχε γίνει μια ωραία πόλις, που κατόπιν εμεγάλωσε πολύ και έφθασε να γίνη το σημαντικώτερο εμπορικό λιμάνι της Ελλάδος. Εδώ ευρίσκετο η αποβάθρα όλων των ξένων που φθάνανε στην Ελλάδα από την Ευρώπη και όλων που ήθελαν να πάνε εκεί. Το λιμάνι της είχε έκταση μεγαλύτερη από το σημερινό λιμάνι της Πάτρας και κίνηση εμπορική τριπλάσια. Η Γλαρέντζα είχε τακτικώτατη συγκοινωνία με το Βρινδήσιο (Πρίντεζι), το Μπάρι, τη Μασσαλία, τη Βενετία και με άλλα λιμάνια της Δ. Ευρώπης. Ήτο ένα μικρό Λονδίνο της μεσαιωνικής Ελλάδος, γιατί δεν είχε μόνον εμπορική ναυτική κίνηση, όπου οι πρίγκιπες του Μορέως εισέπραττον μεγάλα ποσά από εισαγωγικούς και εξαγωγικούς φόρους, άλλα ήτο και σπουδαίο τραπεζιτικό και χρηματιστικό κέντρο. Τα τραπεζιτικά καταστήματα των Περούζι και Ατζαγιόλι της Φλωρεντίας είχαν εκεί υποκαταστήματα και εδάνειζαν μεγαλέμπορους, ιδιώτες και τους πρίγκιπας ακόμα. Τα υποκαταστήματα αυτά στη Γλαρέντζα εθεωρούντο τότε ίσα και όμοια προς εκείνα που είχαν στο Λονδίνο.

Η Γλαρέντζα υπήρξε το εμπορικό κέντρο της μετάξης, των βελανιδιών, του βάμβακος που επί πολλούς αιώνες εκαλλιεργούντο στους κάμπους της Ηλείας. Είχε ναυπηγεία, εργοστάσια και εργαστήρια επεξεργασίας πρώτων υλών του τόπου ή υλών που ήρχοντο έξωθεν.

Οι φρεμενούριοι μοναχοί Φράγκοι έκτισαν εις την πόλιν την εκκλησίαν του Αγίου Φραγκίσκου, που χρησιμοποιείτο ως έδρα της Κούρτης, της συνελεύσεως δηλαδή των βαρώνων του πριγκιπάτου του Μορέως.

Διέθετε νομισματοκοπείον, το οποίον έκοπτε νομίσματα μέχρι του 1364. Ήτο έδρα δικαστηρίου δια να εκδικάζη τα αδικήματα των Φράγκων πολιτών η λεγομένη «Κούρτη της Βουργησίας», ενώ στην Ανδραβίδα συνήρχετο η συνέλευσις των ευγενών.

Στη Γλαρέντζα ήσαν συγκεντρωμένοι από όλα τα μέρη της Ευρώπης Φράγκοι, Γενοβέζοι, Ενετοί, Φλωρεντινοί, Λατίνοι είτε έμποροι, είτε βιομήχανοι, είτε τραπεζίτες, είτε και μικροαστοί, χειρώνακτες, τεχνίτες.

 

Κάρολος και Λεονάρδος, Τόκκοι, Κωνσταντίνος Παλαιολογος

Οι Γενοβέζοι Ζαχαρίαι μετά τίνα χρόνον, όπως είδομεν, κατέλαβον την Γλαρέντζαν, κατόπιν όμως διαπραγματεύσεων και αγοραπωλησιών η πόλις περιήλθεν εις τους Τόκκους. Την κυριαρχίαν των Τόκκων επί της Γλαρέντζας δεν ανεγνώριζαν οι διάφοροι βαρώνοι και φεουδάρχαι το 1433, όταν οι δεσπόται του Μυστρά Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και οι αδελφοί του Θεόδωρος και Θωμάς, οι οποίοι κατείχον το περισσότερον μέρος της Πελοποννήσου ηπείλουν και περιέσφιγγαν το πριγκιπάτον. Ότε δε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος το 1433 προχωρώντας από τον Μυστράν και Μεσσηνίαν επολιόρκει την Γλαρέντζαν, ο Κάρολος Τόκκος ενύμφευσε την θυγατέρα του Θεοδώραν με τον Κωνσταντίνον Παλαιολόγον και του έδωκε προίκα την Γλαρέντζαν. Οι γάμοι ετελέσθησαν εις τας Πάτρας.

Ο περίφημος μυστικοσύμβουλος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, αξιωματούχος της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν ιστορικός Γεώργιος Φραντζής έγινε διοικητής της Γλαρέντζας, ο δε δεσπότης του Μυστρά Κωνσταντίνος Παλαιολογος έστησε την έδρα του εις το κάστρο Χλουμούτσι οπόθεν ενεπνέετο τα σχέδια της ανασυστάσεως του νέου Ελληνικού κράτους της κυρίως Ελλάδος.

Το 1430 οι Καταλανοί εκ της βορειοανατολικής Ισπανίας, φυλή διάφορος της φυλής των άλλων Ισπανών, εις αντιπερισπασμόν της καταλήψεως των Πατρών υπό του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου κατέλαβον την Γλαρέντζαν και απέδωσαν αυτήν αντί πληρωμής εις τον δεσπότην του Μυστρά, αδελφόν του Κωνσταντίνου.

Επειδή το κάστρο της Γλαρέντζας ήτο δυνατό και δυσπόρθητο και σχεδόν απάτητο, αφού και ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινουπόλεως, Ιωάννης Παλαιολογος είχε κατεβή άλλοτε επίτηδες να το κυρίευση, και δεν το κατώρθωσε, γι' αυτό ο Κωνσταντίνος βλέποντας ότι ήτο κίνδυνος για το κάστρο, αν το κρατούσαν οι Καταλανοί, διέταξε να κατεδαφίσουν τα τείχη της περίφημης αυτής πόλεως, την καταστροφήν των μονών και των εκκλησιών και την εξορίαν των αρχόντων και των μοναχών.

Ο ιστορικός Ουίλλιαμ Μίλλερ της Φραγκοκρατίας γράφει «Εδώ τότε επί του ερημικού τούτου βράχου του μεταξύ των γλαυκών υδάτων του Ιονίου και των χιονοσκεπών ορέων της Πελοποννήσου, συνηντώντο πάντα τα μεγάλα έθνη των μέσων αιώνων. Ισχυρογνώμονες έμποροι εκ Βενετίας και της αντιπάλου αυτής Γενούης, Φραγκισκανοί μοναχοί εκ του μακράν κειμένου Ασσισίου, Καταλώνιοι κομπορρήμονες, Γάλλοι ευπατρίδαι, Βυζαντινοί δεσπόται. Ενταύθα επίσημοι νομομαθείς συνεδρίαζον κρίνοντες επί αμφισβητήσιμων άρθρων του Φεουδαλικού κώδικος συμφώνως προς την «Συνήθεια της Ρωμανίας». Ενταύθα πλούσιοι πολίται αφηρούντο τα περισσά αυτών κέρδη, όπως παράσχωσι λύτρα αιχμαλώτων βαρώνων(...). Έπειτα ημέραν τινά ο τελευταίος Κωνσταντίνος κατέστρεψε πόλιν, ην δεν ηδύνατο να υπερασπισθή (...) και η πτώσις της Γλαρέντζας, της; αγοράς αυτής της Πελοποννήσου, ήτο προάγγελος της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως. Ολίγα ερείπια, λαμπρά θέσις και η προσωνυμία του Άγγλου Δουκός (Δούξ της Κλαρεντίας) είναι τα μόνα λείψανα της παρελθούσης εκείνης αίγλης». (Μετάφρ. Σπύρου Λάμπρου, Καθηγητού του Πανεπιστημίου).

Παραθέτω εδώ ένα κομμάτι από τον «Θρήνον» του Γεωργιλά, έλληνος ποιητού από τη Ρόδο, σύγχρονου του τελευταίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, για να γνωρίσωμε το μέγεθος της καταστροφής της ωραίας πόλεως Γλαρέντζας.

«Ώ Κωνσταντίνε βασιλεύ, κακόν ριζικόν πούχες

και τύχην πάνυ βλαβεράν, μοίραν ατυχεστάτην

και σκοτεινήν και δολερήν αστραποκαυμένην.

Εχάλασες βαρυομοιρε, το κάστρο της Κλαρέντζας

τους πύργους, τα θεμέλια του, όλα ξερίζωσες τα

Κι' οι άρχοντες με τους πτωχούς μεγάλην λύπην είχαν

τα σπίτια σαν εχάλασες, εκείνοι εξωρισθήκαν

....μεγάλο κρίμα ήταν.

Τίς ήτο όπου σ' έδωκε την συμβουλήν εκείνην;

Κακή βουλή του εις εσέ, ως έδειξε το τέλος

και από τότε έδειξεν η άτυχός σου μοίρα».

Και έτσι η επί δυόμιση περίπου αιώνες ακμάσασα φράγκικη πόλις εξέπεσε οριστικώς. Καθ' όλην την διάρκειαν της Φραγκοκρατίας, των Φράγκων ηγεμόνων η έδρα ήτο η Ανδραβίδα και δια τον λόγον αυτόν συνήφθησαν πέριξ αυτής επανειλημμένους μάχαι ή μεταξύ των Φράγκων πολεμούντων εναντίον αλλήλων δια την κυριαρχίαν του πριγκιπάτου ή μεταξύ των Φράγκων και των δεσποτών του Μυστρά αδελφών Παλαιολόγων, που προσεπάθουν να το απελευθερώσουν.

Το έτος 1433 ότε η Ηλεία περιήλθε εις τους Παλαιολόγους, η Ανδραβίδα ευρίσκετο εις παρακμήν, η οποία συνεχίσθη επί της Τουρκοκρατίας (1460-1687), της Ενετοκρατίας (1687-1715) και επί της δευτέρας Τουρκοκρατίας (1715-1821) εις τρόπον ώστε κατά τους προ της Επαναστάσεως του 1821 χρόνους είχε καταντήσει εις ασήμαντον χωρίον με εξήντα ελληνικές οικογένειες και άλλες τόσες τουρκικές

 

Μορέας

Το «Χρονικον του Μορέως» με το τοπωνύμιον «Μορέας» ορίζει μόνον την Ηλείαν.Σ' αυτήν από του έτους 552 μ.Χ. άνθιζε η μεταξοκαλλιέργεια. Οι κάμποι, οι λόφοι, οι ρεματιές ήσαν κατάφυτοι από μουριές. Ήτο το πιο προσοδοφόρο και καλλιεργήσιμο δένδρο. Υπήρχαν εργοστάσια μετάξης στην Ανδραβίδα, στη Γλαρέντζα και στην Πάτρα. Τα μεταξωτά υφάσματα της Ηλείας ήσαν περιζήτητα. Πέπλοι αραχνοΰφαντοι ήσαν έργα των Ηλείων γυναικών. Γυναίκες του λάου, κυράδες, αρχόντισσες ησχολούντο εις την ύφανσιν μεταξωτών υφασμάτων. Ο πλούτος που συνέρρεε απο την Ευρώπη εκ της αγοράς τών μεταξωτών ήτο ανυπολόγιστος.

Η μεταξοκαλλιέργεια στην Ηλεία διατηρήθηκε και επί της Φραγκοκρατίας της Ενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας.

Από την περιοχή της Ηλείας που ωνομάζετο Μορέας επεξετάθη το όνομα τούτο εις όλην την Πελοπόννησον.

 

Ανδραβίδας ονομασία

Πολλαί γνώμαι διετυπώθησαν ως προς την προέλευσιν του ονόματος της Ανδραβίδας. Μερικοί υποστηρίζουν ότι είναι παραφθορά του ονόματος Αντρεβίλλ (Antre-Ville), δηλαδή Ανδρέου πόλις, μετοίκου εκ Θράκης, άλλοι φρονούν πως το όνομα είναι σλαβικής προελεύσεως και άλλοι πως είναι παραφθορά της αρχαiοτάτης ονομασίας Aνδρηίς, δηλαδή χώρα του Aνδρέως, υιού του Πηνειού, αλλά τοιούτον όνομα αναφέρει η μυθολογία την Ανδρηίδα της Βοιωτίας.Ο αείμνηστος καθηγητής της Βυζαντινής ιστορίας Σπυρ. Λάμπρος ερωτηθείς απεκρίθη, οτι ουδέν γνωρίζει περί της προελεύσεως του ονόματος Ανδραβίδα.

Πάντως ουδείς συγγραφεύς αναφέρει την πόλιν προ της Φραγκοκρατίας.

Από τα ασήμαντα αρχαιολογικά ευρήματα που ήλθαν εις φως συνάγεται, ότι εις την θέσιν της Ανδραβίδας δεν υπήρχε σημαντική τις πόλις.

 

Χρονικον του Μορέως

Είναι ιστόρημα που περιγράφει την κατάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως και του πριγκιπάτου του Μορέως υπό των Φράγκων και τα διάφορα γεγονότα αυτών. Είναι συντεταγμένον περί το 1332-1346.

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Σελίδα / Ιστορική Αναδρομή / Φραγκοκρατία / Το χρονικό της Ανδραβίδας - Μέρος Α'